Αρχείο για Ευρωπαϊκή Ένωση

Ολική διαγραφή χρέους, έλεγαν οι λαϊκιστές…

Γερμανικά δικαστήρια ζήτησαν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να γνωματεύσει κατά πόσο οι αγωγές Γερμανών που είχαν αρνηθεί να συμμετάσχουν στο PSI του 2012 εμπίπτουν στην κατηγορία «αστικών ή εμπορικών υποθέσεων». Και εκείνο αποφάνθηκε πως εμπίπτουν, και άρα μπορεί να εξετασθεί η ουσία της υπόθεσης. Ενδεχομένως δηλαδή και να καταδικαστεί το Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή αποζημίωσης.

Αν και δεν έχουμε φτάσει εκεί, η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνει ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις για το βουνό του χρέους που δημιουργήθηκε σε τρεις δεκαετίες συνεχών κρατικών ελλειμμάτων. Το PSI, η διαγραφή δηλαδή του 53,5% της ονομαστικής αξίας ομολόγων που κατείχε ο ιδιωτικός τομέας (τράπεζες, ταμεία, ιδιώτες, κλπ) ήταν μια λύση ανάγκης, με την οποία οι ιδιώτες επωμίστηκαν ένα μεγάλο κόστος στα πλαίσια της προσπάθειας να καταστεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο. Ήταν μια απόφαση που ελάφρυνε το Δημόσιο Χρέος κατά 100 δις περίπου, αλλά φυσικά με ισόποσο κόστος των ιδιωτών.

Αν ένα κούρεμα 53,5% δημιουργεί τέτοιες επιπλοκές, όπως αυτή η δικαστική απόφαση, αλλά και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών που απαιτήθηκε, μπορεί κανείς να φανταστεί πόσες θα ήταν οι συνέπειες μιας μονομερούς διαγραφής του χρέους κατά 100%, όπως ζητούσαν επί τόσα χρόνια οι λαϊκιστές του Σύριζα και των Ανέλ; Και αφού ήταν τόσο εύκολο, γιατί δεν το κάνουν τώρα που έγιναν Κυβέρνηση;

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Real News στις 14 Ιουνίου 2015

Advertisements

Εθνική Στρατηγική κάποιος;

Φανταστείτε ότι δεν υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι είμαστε ένα ανεξάρτητο κράτος χωρίς καμία δέσμευση προς εταίρους, αλλά φυσικά και χωρίς πακτωλούς επιδοτήσεων και ενισχύσεων. Τι θα έπρεπε να κάνουμε για να βγούμε από την κρίση;

Μία σχολή σκέψης λέει να αποσυνδεθούμε από τα ισχυρά νομίσματα, να κόψουμε το δικό μας σε όση ποσότητα μας λείπει, να μην πληρώσουμε καθόλου από το χρέος μας και να ζήσουμε στο εξής μόνοι μας. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει η Αργεντινή εδώ και 15 χρόνια, και ακόμα δεν έχει ορθοποδήσει. Το κόψιμο νομίσματος φέρνει πληθωρισμό, ο πληθωρισμός υποτίμηση, η υποτίμηση ξανά πληθωρισμό, αλλά και ελλείψεις.

Η άλλη σχολή λέει ότι ένα σωρό κράτη τα καταφέρνουν χωρίς να αρμέγουν καμία ευρωπαϊκή αγελάδα. Απλώς εκμεταλλευόμενα τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα: άλλοι παράγουν με χαμηλό εργατικό κόστος, άλλοι με υψηλό αλλά ποιοτικότερα, άλλοι επενδύουν στον τουρισμό, άλλοι στη γεωργία. Χρήμα κυκλοφορεί στη διεθνή οικονομία, ο καθένας ψάχνει να βρει τρόπο να το προσελκύσει.

Χρειαζόμαστε επειγόντως μια Εθνική Στρατηγική για προσέλκυση επενδύσεων. Μόνο έτσι θα έρθει ανάπτυξη και έξοδος από την κρίση. Για να προσελκύσεις όμως επενδύσεις πρέπει να δώσεις ισχυρά κίνητρα: σταθερότητα, ταχεία απονομή δικαιοσύνης, μηδενική διαφθορά και γραφειοκρατία, χαμηλή και σταθερή φορολογία. Ποιος θα το κάνει;

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Real News στις 19 Ιανουαρίου 2014

30 χρόνια μετά…

Την 1η Ιανουαρίου 1981 η Ελλάδα γινόταν η δέκατη χώρα-μέλος της τότε ΕΟΚ. Σήμερα, τριάντα χρόνια (μια ολόκληρη γενιά!) μετά, η μέρα προσφέρεται για απολογισμό και περίσκεψη. Η περίσκεψη επιτείνεται από το γεγονός ότι σήμερα η Ευρωζώνη αποκτά το 17ο μέλος της, την Εσθονία. Μια χώρα που απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη Σοβιετική Ένωση (!) το 1991, όταν η δική μας συμπλήρωνε μια δεκαετία συμμετοχής στην ευρωπαϊκή οικογένεια… Πώς είναι λοιπόν δυνατόν, οικονομίες με σοβιετικές, μέχρι πριν δέκα χρόνια χρόνια, δομές οικονομίας, να αναπτύσσονται με εξαιρετικούς ρυθμούς, να έχουν χρέος κάτω από 10% του ΑΕΠ και να ατενίζουν με αισιοδοξία το μέλλον, ενώ εμείς βουλιάζουμε στο τέλμα της απαισιοδοξίας, με μηδενική παραγωγή και υπό το βάρος δυσθώρητου χρέους της τάξης του 150% του ΑΕΠ;

Όταν το 1981 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μας έβαλε στην ΕΟΚ ήταν μόνος του. Το «ανήκομεν εις την Δύσιν» δεν ήταν βίωμα ενός έθνους, ήταν μάλλον ευχολόγιο μιας, εν πολλοίς διορατικής, ηγεσίας που θέλησε να «μας ρίξει στα βαθιά για να μάθουμε κολύμπι». Οι λιγοστές εκσυγχρονιστικές δυνάμεις του τόπου στοιχήθηκαν πίσω από αυτό το σύνθημα, όχι διότι οι δομές της νεαρής Δημοκρατίας μας ήταν επαρκώς ευρωπαϊκές, αλλά διότι ήλπιζαν ότι η συμμετοχή μας στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια θα δημιουργούσε τις παραστάσεις και τα πρότυπα που θα ενδυνάμωναν τη δημοκρατία και θα εκμοντέρνιζαν την οικονομία. Δυστυχώς η πρώτη δεκαετία της χώρας στην ΕΟΚ σημαδεύτηκε από υπέρμετρο δανεισμό, σπατάλη πόρων, αποσάρθρωση του παραγωγικού ιστού της οικονομίας, ο οποίος σιγά σιγά μεταλλάχθηκε σε ένα μηχανισμό ροκανίσματος κοινοτικού χρήματος.

Όταν το 2002 η χώρα αντάλλασσε τις επί δεκαετίες υποτιμούμενες και πληθωριστικές δραχμές της με ένα από τα σκληρότερα νομίσματα του κόσμου, πάλι κανείς δεν έτρεφε αυταπάτες ότι η ελληνική οικονομία ήταν έτοιμη για τέτοιο άλμα νοοτροπίας. Και πάλι όμως οι λιγοστές εκσυγχρονιστικές δυνάμεις του τόπου ενώθηκαν πίσω από το στοίχημα της συμμετοχής στην Ευρωζώνη, ελπίζοντας και πάλι ότι σε ένα περιβάλλον όπου δεν μπορείς ούτε να τυπώσεις χρήμα ούτε να υποτιμήσεις το νόμισμα (αμφότερες μακρές παραδόσεις της δραχμής), αναπόφευκτα οι δομές της οικονομίας θα προσαρμόζονταν στη λογική της αύξησης της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Δυστυχώς όμως, η ένταξη στην Ευρωζώνη αντιμετωπίστηκε ως το τέρμα ενός δύσκολου δρόμου, αντί για την αρχή ενός ακόμη πιο δύσκολου. Έτσι, χωρίς καμία διαρθρωτική αλλαγή και με κυβερνήσεις λογικής «αυτόματου πιλότου», οδεύουμε στη συμπλήρωση της πρώτης δεκαετίας συμμετοχής μας στο κοινό νόμισμα υπό την ορατή απειλή χρεοκοπίας ενός κράτους που επί δεκαετίες δανειζόταν από παντού και φορολογούσε τα πάντα, προκειμένου να εξαγοράζει ψήφους πολιτών διατεθειμένων να τις ανταλλάξουν έναντι μιας θέσης στο δημόσιο…

Αν υπάρχουν ακόμη εκσυγχρονιστικές δυνάμεις σε αυτό τον τόπο, που όραμά τους έχουν μια κοινωνία και οικονομία δυτικού τύπου, οφείλουν να παραδεχτούν ότι οι προσπάθειες να επιτευχθεί αυτό με προσπάθειες άλματος προς τα εμπρός, όπως η ένταξη στην ΕΟΚ και η συμμετοχή στην Ευρωζώνη, απέτυχαν παταγωδώς. Το θεμελιώδες ερώτημα πλέον που τίθεται είναι εάν αξίζει να προσπαθεί κανείς για έναν τέτοιο στόχο, ή εάν είναι ανέφικτο ένα κράτος δικαίου και μια ελεύθερη οικονομία στην Ελλάδα, για τους ίδιους λόγους που δεν αξίζει επένδυση σε φωτοβολταϊκά στη Σιβηρία, που δεν φυτρώνει εντελβάις στη Σαχάρα ή που δεν υπάρχει ανεξιθρησκία στη Σαουδική Αραβία.

Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Υπάρχουν πολλά ιστορικά παραδείγματα επιτυχημένων θεσμών που απέτυχαν να εισαχθούν σε κράτη χωρίς σχετική παράδοση, ενώ ακόμη και το πρότυπο του έθνους-κράτους επέτυχε να εφαρμοστεί σε πολλές περιπτώσεις (λ.χ. Αφρική). Πριν ακόμη τη χρεοκοπία του Τρικούπη και τους Ολυμπιακούς του 1896, ο Εμμανουήλ Ροΐδης έγραφε: «Κόμμα εἶναι ὁμὰς ἀνθρώπων εἰδότων ν᾿ ἀναγιγνώσκωσι καὶ νὰ ὀρθογραφῶσιν, ἐχόντων χεῖρας καὶ πόδας ὑγιεῖς ἀλλὰ μισούντων πᾶσαν ἐργασίαν, οἵτινες ἐνούμενοι ὑπὸ ἕνα ἀρχηγὸν οἱονδήποτε ζητοῦσι ν᾿ ἀναβιβάσωσιν αὐτὸν διὰ παντὸς μέσου εἰς τὴν ἕδραν τοῦ πρωθυπουργοῦ ἵνα παράσχῃ αὐτοῖς τὰ μέσα νὰ ζῶσιν χωρὶς νὰ σκάπτωσιν». Εφόσον στη σημερινή Ελλάδα παραμένει πρότυπο των μαζών το να «ζεις χωρίς να σκάπτεις», εφόσον αυτό παραμένει εφικτό αν στοιχηθείς σε ένα κόμμα υπό «έναν αρχηγό οιονδήποτε» και καταφέρεις να τον ανεβάσεις στην εξουσία, δεν μπορούμε να περιμένουμε ούτε κράτος δικαίου, ούτε ελεύθερη οικονομία.

Η λύση λοιπόν είναι η αλλαγή νοοτροπίας. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να σκάπτεις. «Ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω» λεγόταν αυτό παλιά, there’s no such thing as a free lunch αργότερα… Όσο εμείς επί τριάντα χρόνια προσπαθούμε να αποδείξουμε το αντίθετο με Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, Διαρθρωτικά Ταμεία, Κοινή Αγροτική Πολιτική, Πακέτα Ντελόρ και Σαντέρ, η πραγματικότητα μας διαψεύδει. Και φαίνεται ότι εκεί στη μακρινή Εσθονία ξέρουν πολύ καλά την πραγματικότητα…