Αρχείο για εκλογές

Βαφτίζοντας το κρέας ψάρι, και την επιτήρηση «γραμμή πίστωσης»

Τεσσεράμιση χρόνια μετά την κατάρρευση, οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν έχουν να επιδείξουν κάποια αξιόλογη μεταρρύθμιση, κάποια σημαντική συρρίκνωση του υδροκέφαλου κράτους μας που ρουφά τους φόρους μας και μας οδήγησε στη χρεωκοπία. Αυτό που επιχείρησαν όλο αυτό το διάστημα, ήταν να διασώσουν το σύστημα που οι ίδιες δημιούργησαν, παρόλο που αυτό αποδείχθηκε μη βιώσιμο.

Έτσι, αφού φορολόγησαν τους πάντες μέχρις εξοντώσεως, αφού κορόιδεψαν την Τρόικα ότι τάχα νομοθετούν μεταρρυθμίσεις (που μετά σκάλωναν στις εφαρμοστικές εγκυκλίους), έρχονται τώρα να διαφημίσουν ότι το πρόγραμμα τελείωσε και θα βγούμε στις αγορές. Στο άκουσμα της προεκλογικής αυτής φανφάρας, οι αγορές αντέδρασαν τόσο αρνητικά, που η Κυβέρνηση αναδιπλώθηκε.

Έτσι, εφευρέθηκε η «γραμμή πίστωσης»: κάτι που να ακούγεται ωραίο, να μην είναι μνημόνιο και που να μπορούν να δεχτούν οι εταίροι μας. Κάτι που να παρουσιάζουμε στους έξω ως συνέχιση του προγράμματος «μεταρρυθμίσεων» και στους μέσα ως φως στο βάθος του τούνελ, ότι τάχα τελειώνει η επιτήρηση και θα γυρίσουμε στις παλιές καλές μέρες που οι κυβερνήσεις πέταγαν τα δανεικά από τα παράθυρα (και κατά τύχη έπεφταν στα χέρια των κομματικών πελατών).

Η αλήθεια είναι ότι η επιτήρηση θα συνεχιστεί. Το να ονομαστεί «γραμμή πίστωσης», θυμίζει τους μοναχούς του Μεσαίωνα που βάφτιζαν το κρέας ψάρι, για να το φάνε στη νηστεία. Απλά άλλη μια προεκλογική κοροϊδία.

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Real News στις 9 Νοεμβρίου 2014

Η συζήτηση για το χρέος οδηγεί σε αδιέξοδο

Η Κυβέρνηση προσέρχεται σε συνομιλίες με την Τρόικα, έχοντας αναβάλει στις Ελληνικές Καλένδες όλες τις μεταρρυθμίσεις που είχε υποσχεθεί (άνοιγμα αγορών, απελευθέρωση επαγγελμάτων, κλπ), και με μόνα «επιτεύγματα» την υπερφορολόγηση των πάντων, τη διάσωση (μέχρι στιγμής) των Δημοσίων Υπαλλήλων (δηλαδή της πελατειακής της βάσης) από απολύσεις και το ροκάνισμα πολιτικού χρόνου.

Ξέροντας ότι η Τρόικα θα ζητήσει την εφαρμογή όσων έχει υποσχεθεί, η Κυβέρνηση προσπαθεί να μεταφέρει τη συζήτηση αλλού: στην λεγόμενη «ελάφρυνση του χρέους». Πόσο μπορεί όμως να «ελαφρυνθεί» ένα χρέος, για το οποίο πληρώνουμε επιτόκιο Euribor τριμήνου + 0,50%, δηλαδή συνολικά περίπου σήμερα το (χαρακτηριζόμενο «τοκογλυφικό») 0,82%; Μπορούμε να ζητήσουμε απολύτως μηδενικό επιτόκιο; Μπορούμε να ζητήσουμε νέο «κούρεμα»;

Κατά τη γνώμη μου όχι, και ούτε νομίζω ότι η Τρόικα θα δεχτεί τίποτα τέτοιο. Οι περισσότερες χώρες τις Ευρωζώνης δανείζονται σήμερα ακριβότερα από όσο μας δανείζουν. Καμία Κυβέρνηση δεν μπορεί να πάει στους φορολογουμένους της και να δηλώσει ότι δέχτηκε «κούρεμα», χάρισε δηλαδή λεφτά από τους φόρους τους σε μια χώρα που αρνείται πεισματικά να περικόψει σπατάλες και ψάχνει δικαιολογίες για να κερδίσει χρόνο.

Στη διελκυστίνδα Κυβέρνησης-Τρόικας που παρακολουθούμε επί μήνες, έχω την αίσθηση ότι το αδιέξοδο είναι κοντά. Και φοβάμαι πως όταν φτάσουμε εκεί, η Κυβέρνηση δεν θα επιλέξει την πραγματική διέξοδο, τις μεταρρυθμίσεις, αλλά την πιο εντυπωσιακή: τις εκλογές.

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Real News στις 20 Ιουλίου 2014

Συνέντευξη στο in2life

Ο Κωστής Λυμπουρίδης γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1975 στο Αγρίνιο και σπούδασε Νομική, με μεταπτυχιακό στην Διοίκηση Επιχειρήσεων. Στις επικείμενες εκλογές συμμετέχει με τον πολιτικό σχηματισμό Δράση του Στέφανου Μάνου, στην περιφέρεια Αιτωλοακαρνανίας.
Για ποιους λόγους αποφασίσατε να εμπλακείτε με την πολιτική, σε μια τέτοια κρίσιμη όσο και ασταθή πολιτικά περίοδο, και μάλιστα σε νεαρή ηλικία;
Πιστεύω ότι στην κρίσιμη αυτή στιγμή, η γενιά μας δεν δικαιούται να εκχωρήσει τη λήψη αποφάσεων στους μεγαλύτερους, αυτούς που μας έφεραν στην καταστροφή. Και τους την εκχωρεί επιλέγοντας λευκό, άκυρο ή αποχή. Πεποίθησή μου, επίσης, είναι ότι η πολιτική είναι πολύ σοβαρό πράγμα για να το αφήνουμε σε (επαγγελματίες) πολιτικούς. Η γενιά μας πρέπει να ψηφίσει ώριμα, και να δείξει ότι είναι διατεθειμένη να επιλέξει ανθρώπους που έχουν να παρουσιάσουν ολοκληρωμένες λύσεις στα προβλήματα, και όχι λαϊκιστές και δημαγωγούς.
Έχετε κάποιο πολιτικό πρότυπο; Μπορούν οι πολιτικοί να γίνουν πρότυπα;
Πρότυπό μου είναι οποιοσδήποτε πολιτικός έχει ανοικτή σκέψη, πρωτοποριακές ιδέες, τολμά να παίρνει αποφάσεις αντίθετα στο κατεστημένο, μπορεί να πάει κόντρα στο ρεύμα, δεν λογαριάζει το πολιτικό κόστος, είναι αποτελεσματικός. Υπάρχουν μερικοί τέτοιοι πολιτικοί στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς πολύ λίγοι. Έναν από αυτούς, τον Στέφανο Μάνο, έχουμε την τιμή να έχουμε πρόεδρο στο κόμμα μας. Υπάρχουν όμως κι άλλοι, όπως ο Αλέκος Παπαδόπουλος και ο Ηλίας Μόσιαλος. Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι ένας πολιτικός μπορεί να γίνει πρότυπο. Το δυστύχημα είναι ότι στην Ελλάδα εξακολουθούμε να εφαρμόζουμε έναν ιδιότυπο «εξοστρακισμό», να πετάμε δηλαδή, ως πολίτες με την ψήφο μας, εκτός πολιτικής αυτούς ακριβώς τους πολιτικούς, αντί τους λαϊκιστές και δημαγωγούς.
Θεωρείτε ότι σε αυτές τις εκλογές τα μικρά κόμματα πρέπει, εκτός του να αποτελούν «ψήφο διαμαρτυρίας», να έχουν και πρόταση εξουσίας;
Απολύτως! Ο κόσμος είναι εξοργισμένος και εξαγριωμένος, και ως ένα βαθμό δικαίως. Το να διαμαρτυρηθούμε μέσω της ψήφου είναι μια εκτόνωση, δεν συνιστά όμως λύση. Φανταστείτε ότι γυρνάτε ένα βράδυ σπίτι σας και το βρίσκετε διαρρηγμένο και ολοσχερώς καμένο. Σοκάρεστε, δεν το πιστεύετε, κλαίτε, οργίζεστε. Αν το υπόλοιπο της ζωής σας το αφιερώσετε στο να βρείτε τους δράστες, μπορεί να είναι μια ψυχολογική εκτόνωση, πλην όμως το σπίτι δεν θα ξαναχτιστεί μόνο του. Θέλω να πω, ότι και ο λαός μας σήμερα βρίσκεται στη φάση της οργής. Πρέπει να βρούμε όμως το κουράγιο να περάσουμε και στη φάση της δημιουργίας, να ξαναχτίσουμε πάνω στα ερείπια. Η ψήφος διαμαρτυρίας θα αποδοκιμάσει αυτούς που μας κατέστρεψαν. Δεν φτάνει όμως αυτό. Θέλουμε μια θετική ψήφο σε αυτούς που δίνουν ελπίδα ότι ξέρουν με ποιον τρόπο θα αναγεννηθούμε.
Η Βουλή με 10 κόμματα θα είναι δημοκρατία ή Βαβέλ;
Η πολυκομματική Βουλή δεν είναι εξ ορισμού κακό πράγμα, στο βαθμό που εκφράζονται όλες οι απόψεις του εκλογικού σώματος. Αυτό που μας ανησυχεί σε μια διαφαινόμενη δεκακομματική Βουλή είναι τυχόν υπερεκπροσώπηση κάθε λογής ακραίων φωνών διαμαρτυρίας, καθώς όπως σας περιέγραψα πριν δεν θεωρούμε ότι αυτές είναι εποικοδομητικές. Μακάρι να διαψευστούμε. Ή μακάρι να είμαστε εμείς το δέκατο κόμμα και να κάνουμε τη διαφορά.
Ευρώ ή δραχμή;
Αναμφισβήτητα ευρώ. Θα σας έλεγα ότι ακούω με προσοχή τα επιχειρήματα των οπαδών της δραχμής, αλλά δεν με πείθουν καθόλου. Μπορεί να με θεωρείτε νέο, αλλά θυμάμαι ακόμα τον πληθωρισμό 20% επί δραχμής, τις υποτιμήσεις, το πόσο γρήγορα ανέβαιναν οι τιμές. Πέραν αυτού, θέλω να επισημάνω δυο ακόμη σημεία: Πρώτον, τυχόν επιστροφή στη δραχμή θα συνιστούσε δραματικό πισωγύρισμα και ανατροπή 50 ετών ευρωπαϊκής στρατηγικής της χώρας. Και δεύτερον, δεν είναι δυνατόν από τη μια να κατηγορούμε όλη την πολιτική τάξη ως ανίκανη και διεφθαρμένη, και από την άλλη να ζητούμε να τους δοθεί και νομισματοκοπείο, ώστε να τυπώνουν όσα λεφτά τους λείπουν. Είναι σχιζοφρενικό.
Γιατί να σας ψηφίσει ο κόσμος;
Γιατί είμαστε νέοι άνθρωποι, αυτοδημιούργητοι, που έχουμε σταθεί στα πόδια μας χωρίς κομματικές πατερίτσες και έχουμε αναδειχθεί χωρίς κανένα κομματικό σωλήνα. Γιατί και να μην εκλεγούμε, έχουμε δουλειές στις οποίες θα γυρίσουμε, αντίθετα με τους πολιτικούς καριέρας. Γιατί, για αυτούς που επιθυμούν να παραμείνουμε στην Ευρώπη, είναι επιτακτική ανάγκη να επιλέξουν ανθρώπους που μπορούν να προτείνουν συγκεκριμένες λύσεις στα σημερινά προβλήματα. Και έχω την ελπίδα ότι τελικά θα το κάνουν.
Δημοσιεύτηκε στο: in2life.gr

Λύσεις είναι οι δραστικές

Διάβασα με έκπληξη ένα άρθρο του κ. Γρηγόρη Φαρμάκη αναφορικά με τις λύσεις που προτείνουν Δράση και Δημοκρατική Συμμαχία για έξοδο από την κρίση. Η έκπληξή μου οφείλεται και σε λόγους ουσίας, και σε λόγους διαδικασίας.

Επί της διαδικασίας, μου προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι ενώ η Δημοκρατική Συμμαχία επεδίωκε κοινή εκλογική κάθοδο με τη Δράση, μόλις αυτή απέτυχε, ανακάλυψαν ότι η Δράση είναι απίστευτα ανάλγητη και σκληρή. Αν είναι έτσι, τότε μόνο κακό θα τους προξενούσε μια τέτοια συνεργασία, γιατί την επιδίωκαν;

Επί της ουσίας, εκπλήσσομαι ακόμη περισσότερο όταν ένας άνθρωπος της αγοράς δηλώνει πως δεν θεωρεί «καθόλου ρεαλιστικό το να απολυθούν αύριο με συνοπτικές διαδικασίες εκατοντάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι». Εξ αντιδιαστολής, μάλλον θεωρεί ρεαλιστικότερο να μην απολυθεί κανείς και να αυξηθούν οι φόροι προς την ιδιωτική οικονομία, από τους οποίους πληρώνονται.

Αν δούμε τους αριθμούς, 700.000 άνθρωποι έμειναν άνεργοι από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα. Εξ αυτών, περίπου 600 δημόσιοι υπάλληλοι που στην ουσία έφυγαν με πρόωρη συνταξιοδότηση και περίπου τον μισθό που έπαιρναν όταν (έκαναν πως) εργάζονταν. Οι υπόλοιποι 699.400, χίλιες φορές δηλαδή περισσότεροι, ιδιωτικοί υπάλληλοι, αυτοαπασχολούμενοι και μικροεπιχειρηματίες, οι οποίοι στραγγαλίστηκαν από έκτακτες εισφορές, χαράτσια, κλείσιμο βιβλίων, εισφορές αλληλεγγύης, γρηγορόσημα κλπ. Ένας άνθρωπος της αγοράς θα διαπίστωνε με ευκολία ότι αν δεν είχε επιβληθεί ούτε ένας νέος φόρος στην ιδιωτική οικονομία και είχαν απολυθεί άμεσα οι μισοί, δηλαδή 350.000 δημόσιοι υπάλληλοι (ή καλύτερα, μισθοδοτούμενοι από το Δημόσιο), η ανεργία θα ήταν σήμερα πολύ μικρότερη, αλλά και Η ΚΡΙΣΗ ΘΑ ΕΙΧΕ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ. Δεν είναι αυτό ρεαλιστικό;

Εμμέσως το παραδέχεται και ο ίδιος. Επικεντρώνεται στο ότι οι απολύσεις δεν θα μπορούσαν να γίνουν άμεσα, και μάλιστα όχι χωρίς αξιόπιστες διαδικασίες αξιολόγησης. Έχει απόλυτο δίκιο σε αυτό, καθώς ήδη από τη δεκαετία του 1980 το Δημόσιο έχει αποψιλωθεί από κάθε έννοια αξιοκρατίας και αξιολόγησης. Επικεντρωνόμενος όμως σε αυτό, ο κ. Φαρμάκης αφήνει να εννοηθεί ότι στο μυαλό του έχει διαδικασίες οριζόντιας περικοπής, σαν αυτές που ακολούθησε η σοσιαλιστική μας κυβέρνηση: 20% απολύσεις από το Εθνικό Κέντρο Κάπρων, 20% και από τους γιατρούς του ΕΣΥ.

Η θέση της Δράσης είναι ότι πρέπει να βρούμε και να κόψουμε κάθε περιττή δαπάνη. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι μπορούμε να ξεκινήσουμε από τα 600 και πλέον Νομικά Πρόσωπα που δημιούργησε εκ του μηδενός η Κυβέρνηση Καραμανλή. Να συνεχίσουμε κλείνοντας τον ΟΣΕ, εξοικονομώντας έτσι όσα επιχειρήσαμε να εισπράξουμε με το χαράτσι στα ακίνητα. Κατόπιν υπάρχει η ΕΡΤ, η οποία κάλλιστα μπορεί να λειτουργήσει με τα μισά έσοδα από ανταποδοτική εισφορά. Υπάρχει απίστευτο λίπος στο Δημόσιο και εκπλήσσομαι που ο κ. Φαρμάκης δεν το γνωρίζει ή κάνει πως δεν το γνωρίζει.

Η «κοινωνική αλληλεγγύη», η «επανάσταση καθημερινών μεταρρυθμίσεων» και τα λοιπά στρογγυλά, ενδεχομένως να βοηθήσουν τον κ. Φαρμάκη να εκλεγεί, το οποίο ειλικρινώς του εύχομαι. Δεν θα λύσουν όμως το πρόβλημα, καθώς οι λύσεις είναι πλέον μόνο δραστικές. Θα μπορούσαν να ήταν ηπιότερες όταν φωνάζαμε το 1993, το 1998, το 2004, το 2009, αλλά τότε ήμασταν λίγοι, «γραφικοί», «Κασσάνδρες». Βλέπετε τότε οι περισσότεροι ζούσαν την ευωχία του πάρτυ με δανεικά. Και τώρα μας κάνουν και κριτική και από πάνω…

2010: το τέλος της αυτοδιοίκησης

Θὰ ἔλεγέ τις, ὅτι ἡ χώρα αὕτη ἠλευθερώθη ἐπίτηδες, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἦτο ἱκανὴ πρὸς αὐτοδιοίκησιν (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)


Η αυτοδιοίκηση, η τέχνη δηλαδή του να διαχειρίζεται μια κοινωνία τα κοινά της ζητήματα εξ ιδίων, έχει λάβει διάφορες μορφές κατά το ρου της ιστορίας. Μία επιτυχημένη εκδοχή θεωρείται ότι έζησαν οι Αθηναίοι κατά το Χρυσό Αιώνα του Περικλή. Ιδανικό μέγεθος πολιτείας, οικονομική ευρωστία, δουλεία για να μην ασχολείται ο πολίτης με τα τετριμμένα της καθημερινότητας, αλλά μόνο με την «Εκκλησία του Δήμου». Και εκεί, γινόταν συζήτηση για τα κοινά προβλήματα και λαμβάνονταν αποφάσεις. Άλλες εποχές…

Στη σημερινή εποχή ένα τέτοιο μοντέλο είναι εν πολλοίς ανέφικτο, ιδίως λόγω μεγέθους των κοινωνιών. Έτσι, έχει επικρατήσει το μοντέλο της αυτοδιοίκησης δι’ αντιπροσώπων, σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Το 2010, στην Ελλάδα κατορθώσαμε να απωλέσουμε την αυτοδιοίκηση και στα δυο επίπεδα…

Η τοπική αυτοδιοίκηση ήταν κάποτε «τοπική». Κάθε χωριό είχε τον πρόεδρό του, κάθε πόλη το δήμαρχό της, οι οποίοι (υποτίθεται ότι) γνώριζαν τα τοπικά προβλήματα και σε συνεργασία με το τοπικό συμβούλιο αντιπροσώπων τα επέλυαν. Σταδιακά η κακοδιαχείριση και η διαφθορά έκαναν το μοντέλο αυτό μη διαχειρίσιμο. Έτσι προέκυψε το σχέδιο «Καποδίστριας» που προσπάθησε με οικονομίες κλίμακας και ουσιαστικά με απομάκρυνση της εξουσίας από την τοπική κοινωνία να δώσει μια λύση. Πάνω που αρχίσαμε να το συνηθίζουμε, προέκυψε το σχέδιο «Καλλικράτης». Πλέον δεν μπορούμε να μιλάμε για «τοπική» αυτοδιοίκηση. Ένα παραθαλάσσιο χωριό δεν μπορεί να «αυτοδιοικείται» μαζί με ένα ορεινό χωριό 50 χιλιόμετρα μακριά. Απλά αποδεχθήκαμε μια ακόμη αποτυχία να πατάξουμε τη διαφθορά και την κακοδιαχείριση. Και αντί να ψάξουμε για λύσεις στην κατεύθυνση της μεγαλύτερης ενεργοποίησης της τοπικής κοινωνίας στα κοινά, της μεγαλύτερης διαφάνειας, ενημέρωσης, χρήσης διαδικτύου, κλπ, οδηγηθήκαμε στην εύκολη συνταγή της ακόμη μεγαλύτερης απομάκρυνσης από τον πολίτη. Είναι κι αυτό μια κάποια λύση, όχι όμως «αυτοδιοικητική»… Όσο για την Περιφέρεια, θα λέγαμε ότι μάλλον είναι άλλη μια βαθμίδα διοικητικής οργάνωσης, όχι όμως και «αυτοδιοίκηση»…


Σε εθνικό επίπεδο, κάποτε υπήρχε «αυτοδιοίκηση», με την έννοια ότι εκλέγαμε αντιπροσώπους, από τους οποίους προέκυπτε Κυβέρνηση που (υποτίθεται ότι) αντιμετώπιζε τα εθνικά προβλήματα. Προφανώς, οι αντιπρόσωποί μας διαχρονικά ασχολήθηκαν περισσότερο με το προσωπικό τους πρόβλημα (του εκ του μηδενός πλουτισμού) παρά για οποιοδήποτε άλλο εθνικό. Έτσι, διά της υπερχρέωσης του κοινωνικού συνόλου εξασφάλισαν (νόμιμη, πλην όμως όχι ηθική) απασχόληση στους ψηφοφόρους τους, για να πετυχουν την επανεκλογή τους. Διά της μη επίλυσης του ασφαλιστικού υποχρέωσαν τη σημερινή γενιά να εργάζεται για 700 ευρώ, προκειμένου να πληρώνει τη σύνταξη της ψηφοφόρου της, στην οποία έδωσαν δικαίωμα με 15 χρόνια δουλειά να βγει στα 35 της στη σύνταξη. Είτε δεν κατανόησαν τα προβλήματα, είτε τα κατανόησαν αλλά πέταξαν την καυτή πατάτα στον επόμενο…

Σε κάθε περίπτωση, το πολιτικό σύστημα δεν κατανόησε ότι δεν είναι αυτοσκοπός η διαιώνισή του: απλά εκπροσωπεί ένα ολόκληρο έθνος για να επιλύει τα προβλήματά του, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι πρακτικά ανέφικτο 11 εκατομμύρια Έλληνες να μαζευόμαστε κάθε πρωί στην «Εκκλησία του Δήμου» να τα συζητήσουμε…

Έτσι, νομοτελειακά, οι δανειστές μας το 2010 μας αφαίρεσαν την αυτοδιοίκηση. Ακριβέστερα, το 2010 οι Έλληνες αποδειχθήκαμε ανίκανοι προς αυτοδιοίκηση. Τοπική και εθνική…

Η πλήρης αντιστροφή του 2004

Τα τελευταία πολλά χρόνια, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ συνηθίζουν να αλλάζουν συχνά ρόλους, ανάλογα με το ποιος είναι στην κυβέρνηση και ποιος στην αντιπολίτευση. Αυτό συμβαίνει λόγω της μεταξύ τους ιδεολογικής σύγκλισης, αλλά και διότι αμφότεροι γνωρίζουν λίγο-πολύ τόσο την πραγματικότητα, όσο και τις λύσεις.

Η κατάσταση αυτή έχει κωμικοτραγικές προεκτάσεις. Τα δύο κόμματα εξουσίας απαιτούν από τα στελέχη τους να τα ακολουθούν στη συνεχή, εν είδει εκκρεμούς, αλλαγή ρόλων, και όταν αυτά για λόγους στοιχειώδους σοβαρότητας δεν υπακούουν, διαγράφονται. Να θυμίσω ότι το ΠΑΣΟΚ διέγραψε τον κ. Παπαντωνίου όταν μίλησε θετικά για την ιδιωτικοποίηση της Εμπορικής Τράπεζας που είχε ξεκινήσει ο ίδιος και ολοκλήρωσε η ΝΔ ως κυβέρνηση. Αυτό συνέβη διότι το μεν ΠΑΣΟΚ ήταν πλέον αντιπολίτευση και ήταν αντίθετο στις ιδιωτικοποιήσεις, έστω και αν τις ξεκίνησε αυτό, ο δε κ. Παπαντωνίου αδυνατούσε να αντιληφθεί ότι όφειλε να υποστηρίξει τα ακριβώς αντίθετα με όσα υποστήριζε λίγα χρόνια πριν ως υπουργός, έστω και διακινδυνεύοντας να γελοιοποιηθεί πλήρως. Αντιστοίχως, λίγα χρόνια νωρίτερα, η ΝΔ είχε διαγράψει τους κ. Μάνο, Σουφλιά και Κοντογιαννόπουλο, όταν αυτοί θέλησαν να στηρίξουν νομοσχέδιο της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ για αλλαγή των εργασιακών σχέσεων στις ΔΕΚΟ, νομοσχέδιο που η ίδια η ΝΔ είχε επιχειρήσει ως κυβέρνηση να περάσει και είχε συναντήσει την αντίθεση του ΠΑΣΟΚ ως αντιπολίτευσης. Και μάλιστα, όταν η ΝΔ ξαναέγινε κυβέρνηση, έφερε ακριβώς το ίδιο νομοσχέδιο στη Βουλή, μόνο που τώρα αντιδρούσε το ΠΑΣΟΚ…

Η ιστορία λοιπόν επαναλαμβάνεται. Έτσι σήμερα ζούμε την πλήρη αντιστροφή του 2004. Η κυβέρνηση καταρρέει υπό το βάρος σκανδάλων, διαφθοράς και αδυναμίας να επιλύσει τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών. Η αντιπολίτευση, επαγγελλόμενη μεγάλες τομές, καλύτερη καθημερινότητα, πάταξη της διαφθοράς, υπερψηφίζεται ως φορέας ελπίδας από απελπισμένους ψηφοφόρους. Πλήρης αντιστροφή ρόλων, αλλά με τα νοικοκυριά απείρως πιο χρεωμένα από το 2004, με την απαισιοδοξία στο «κόκκινο» και με το δημόσιο χρέος σε τέτοια ύψη που ευχόμαστε να είχε μείνει εκεί που ήταν το 2004!

Τι μας περιμένει; Αν το ιστορικό «μοντέλο» συνεχίσει να επαναλαμβάνεται, σύντομα οι πράσινες ελπίδες θα αποδειχτούν φρούδες, απλό μέσο απόσπασης ψήφου. Σύντομα η κυβέρνηση θα κάνει «απογραφή», για να διαπιστώσει ότι παρέλαβε άδεια ταμεία και θα δηλώσει ότι θέλει, αλλά δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τις προεκλογικές της υποσχέσεις, διότι δεν μπορούσε να φανταστεί το χάλι των δημοσίων οικονομικών που παρέλαβε. Τα κομματικά της στελέχη σταδιακά θα ταυτιστούν με το κράτος και θα αρχίσουν να το λυμαίνονται με τρόπο που θα προκαλέσει τη δυσαρέσκεια των πολιτών. Η αντιπολίτευση θα ανασυνταχθεί, θα καλλωπιστεί και θα είναι πλέον έτοιμη να λάβει την ψήφο δυσαρέσκειας μόλις ξεσπάσουν τα πρώτα κυβερνητικά σκάνδαλα.

Ειλικρινής ελπίδα και ευχή όλων είναι αυτό να μη συμβεί. Αυτό όμως δε γίνεται με ευχολόγια. Το εκκρεμές δύσκολα σταματάει. Κάποια στιγμή πρέπει να δημιουργηθεί μια κρίσιμη μάζα πολιτών που θα πάψουν να πιστεύουν ότι τα δύο κόμματα εξουσίας είναι λύση. Δεν είναι λύση πλέον να είμαστε παθητικοί θεατές της αλλαγής ρόλων του δικομματικού κατεστημένου. Υπεύθυνοι πολίτες πρέπει να εμπλακούν με τις μικρές τους δυνάμεις σε αυτό που λέγεται «δημόσιος βίος» και να απαιτήσουν τη σοβαρότητα και τη συνέπεια που επιβάλλεται από την κρισιμότητα των καιρών.

Μόνο η δράση των υπεύθυνων πολιτών είναι η λύση. Αλλιώς, το ιστορικό μοντέλο του εκκρεμούς λέει ότι περί το 2017 θα διαβάζετε εδώ ένα άρθρο περί «πλήρους αντιστροφής του 2009»…

Το χαστούκι της 7ης Ιουνίου 2009

Θα επιχειρήσω μια ερμηνεία του αποτελέσματος των χθεσινών ευρωεκλογών. Αν είστε από αυτούς που θέλουν να ακούν πράγματα ευχάριστα, πέσατε σε λάθος σημείωση. Παρακαλώ ξαναβάλτε STAR στο χαζοκούτι σας και μη διαβάζετε παρακάτω.

Από τη σύστασή του, το ελληνικό κράτος κατατρύχεται από τη διαστροφική ψυχολογία του Έλληνα, ένα συνδυασμό συμπλεγμάτων ανωτερότητας, αρχαιολάγνου αυτοερωτισμού, επαρχιωτικής κατωτερότητας και ημιμαθούς ευρυμάθειας, τα οποία συμπληρώνονται από εμμονή σε πρακτικές κακοήθους φατριασμού. Πριν ενάμιση αιώνα, ο Εμμ. Ροΐδης έγραφε ότι «έκαστος τόπος έχει την πληγή του. Η Αγγλία την ομίχλην, η Βλαχία την ακρίδα και η Ελλάς τους Έλληνας». Έτσι, στήθηκε ένα κράτος το οποίο βασίζεται στις πελατειακές σχέσεις, εμποδίζει κάθε παραγωγική δραστηριότητα και καθίσταται φέουδο οποιουδήποτε κόμματος κατακτά την εξουσία.

Τα τελευταία 35 χρόνια, η κατάσταση εκτροχιάστηκε εντελώς. Η γενιά της Μεταπολίτευσης παγίωσε την αναξιοκρατία, επέκτεινε την οικογενειοκρατία, οριστικοποίησε το κομματικό κράτος, διέχυσε τη διαφθορά σε όλα τα επίπεδα και υποθήκευσε το μέλλον μέσω του δανεισμού. Χονδρικά, τα 15 χρόνια 1980-1995 ο δανεισμός του κράτους «έπιασε ταβάνι» (από 60 στο 120%), ενώ τα επόμενα 15 χρόνια «έπιασε ταβάνι» ο δανεισμός των ιδιωτών (από το μηδέν στο μη παρέκει).

Και έτσι βρισκόμαστε στο σήμερα υπερδανεισμένοι, κράτος και ιδιώτες, χωρίς με αυτά τα λεφτά να έχουμε φτιάξει ούτε παιδεία, ούτε υγεία, ούτε υποδομές, ούτε παραγωγή, ούτε θεσμούς, ούτε τίποτα! Χρωστάμε ποσά δυσθεώρητα, τα οποία μέσω της διαφθοράς κατέληξαν σε πολυτελή τζιπ, βίλες και παχυλούς μισθούς κομματικών στελεχών που διαχειρίζονται το κράτος. Αυτά είναι πράγματα εξώφθαλμα, τα οποία όλοι τα ξέρουν και όμως σφυρίζουν αδιάφορα. Η διαφθορά ζει ανάμεσά μας, από μια απλή συναλλαγή με την Εφορία, μέχρι το Βατοπέδι και τη Siemens.

Με αυτά τα δεδομένα είχα καταλήξει, πολύ πριν τις χθεσινές εκλογές, στη διαπίστωση ότι η γενιά μας πρόκειται να ζήσει, με μαθηματική βεβαιότητα, κάτι εξαιρετικά άσχημο. Μπορεί να με θεωρήσετε καταστροφολόγο ή πεσιμιστή, δε θα με πείσετε όμως για το αντίθετο. Μόνη λύση θα ήταν μια ριζική, επαναστατική ανατροπή του σημερινού πολιτικού σκηνικού, το οποίο αποδεδειγμένα απέτυχε. Όχι να φύγουν αυτοί και να έρθουν κάποιοι άλλοι, αλλά να επιστρέψουμε στο αυτονόητο: Πολιτικούς εκλέγουμε αυτούς που είναι ικανοί να κάνουν πράγματα, και όχι να λεν παχιές κουβέντες.

Έτσι, συντάχθηκα με τη Δράση, ένα νέο πολιτικό σχηματισμό που επένδυσε στην κοινή λογική και όχι στο συναίσθημα, που συσπείρωσε ανθρώπους επιτυχημένους στη δουλειά τους, όχι επαγγελματίες πολιτικούς, που έχουν δηλαδή τα εχέγγυα προσφοράς, διότι δεν μπήκαν στην πολιτική για να αρμέξουν. Παρά την τεράστια, διάχυτη απογοήτευση και οργή της κοινωνίας από την πολιτική ζωή, εκατομμύρια ψηφοφόρων δεν πήγε καν στις κάλπες, ακολουθώντας τα κελεύσματα του «προοδευτικού» κ. Λάκη. Άφησαν έτσι ελεύθερο το πεδίο στους βολεμένους, τους μη προβληματισμένους, οι οποίοι έδωσαν 70% των ψήφων στις δυο φατρίες που λυμαίνονται το δημόσιο βίο και ρημάζουν τον κόπο των Ελλήνων. Βούηξε ο τόπος από τα σκάνδαλα και τη συγκάλυψή τους, ούτε αυτό όμως ήταν αρκετό να ταρακουνήσει τον κόσμο, να βάλει το μυαλό του να δουλέψει και να προσέλθει στην κάλπη για να δώσει μήνυμα ανατροπής. Ξανά επιβεβαίωση του Ροΐδη: «ο Έλλην προτιμά την ομαλοτέραν οδόν, έστω και άγουσαν εις βάραθρον».

Πολλοί ερμήνευσαν το χθεσινό αποτέλεσμα ως χαστούκι στο δικομματισμό, χαστούκι στην Ευρώπη, χαστούκι από δω και από κει. Εγώ το ερμηνεύω ως χαστούκι σε μένα. Νιώθω πως μέχρι προχθές ήμουν στην πλώρη του Τιτανικού, έβλεπα να πηγαίνουμε κατευθείαν στο παγόβουνο, και φώναζα σε όλους: Στείλτε μήνυμα στον τιμονιέρη, να αλλάξουμε ρότα! Κάποιοι δε με άκουσαν καν. Κάποιοι με άκουσαν, αλλά πήγαν στην καμπίνα τους για ύπνο. Κάποιοι άλλοι με άκουσαν, αλλά πήγαν στον τιμονιέρη και του ψιθύρισαν: «καλά πας, ο προηγούμενος μας πήγαινε πιο στραβά». Τέλος, αυτοί που χόρευαν στο σαλόνι, θεώρησαν ότι τους χαλάω το χορό και ήρθαν και μου έριξαν ένα τεράστιο, δυνατό χαστούκι για να το βουλώσω…

Και τώρα τι γίνεται; Με τι κουράγιο να ξανατρέξω να φωνάξω στους θαλάμους; Και ποιον να πρωτοξυπνήσω; Να κάτσω στην κουπαστή να δω τη σύγκρουση με το παγόβουνο; Να πέσω στον ωκεανό να κολυμπήσω και να σωθώ, βλέποντας από μακριά την καταστροφή; Το μόνο σίγουρο είναι ότι δε θα κατέβω στο σαλόνι να χορέψω κι εγώ. Γιατί είμαι σίγουρος ότι το παγόβουνο πλησιάζει, το βλέπω!…