Αρχείο για ιστορία

100 χρόνια από το ξέσπασμα του «Μεγάλου Πολέμου».

dimart

— του Κωστή Λυμπουρίδη—

Στις 28 Ιουνίου του 1914, πριν από ακριβώς 100 χρόνια, δολοφονούνταν στο Σαράγιεβο της Βοσνίας ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος, διάδοχος του θρόνου της Αυστροουγγαρίας. Το γεγονός αυτό θεωρείται ως η έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, του λεγόμενου και «Μεγάλου Πολέμου», ο οποίος αιματοκύλισε τον κόσμο, αφήνοντας πίσω του πάνω από 18 εκατομμύρια νεκρούς, μισοί από τους οποίους ήταν άμαχοι.

Η Ευρώπη πριν έναν αιώνα δεν είχε καμία σχέση με την Ευρώπη που ξέρουμε σήμερα. Πέρα από κάποια εθνικά κράτη που είχαν ήδη νωρίτερα σχηματιστεί (Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, κλπ), ολόκληρη η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη κυριαρχούνταν από τέσσερις μεγάλες Αυτοκρατορίες: τη Γερμανική, την Αυστροουγγρική, τη Ρωσική και την Οθωμανική. Και για τις τέσσερις, ο Μεγάλος Πόλεμος ήταν ο επιθανάτιος ρόγχος τους, εξαφανίζοντάς τες εντελώς από τον χάρτη και αναδεικνύοντας στη θέση τους πληθώρα νέων εθνικών κρατών.

640px-Franz_ferdinandΟ Αρχιδούκας Φερδινάνδος

Στις 28 Ιουνίου 1914 λοιπόν, ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 536 επιπλέον λέξεις

37 χρόνια από τον θάνατο του Μάο

μαο

Συμπληρώνονται σήμερα 37 χρόνια από το θάνατο του Μάο, του ηγέτη που προκειμένου να επιβάλει την κομμουνιστική ιδεολογία στην Κίνα, δημιούργησε ένα καθεστώς ανελευθερίας, εκτελέσεων, εκτοπίσεων και καταπίεσης.

Αντί μνημοσύνου, παραθέτω απόσπασμα από συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στους schooligans:

Πρόσφατα έκανες μια δήλωση στα «ΝΕΑ» που ξεσήκωσε αντιδράσεις. Είπες ότι θαυμάζεις τη «διαχρονική σκέψη του Μάο». Πώς μπορείς να θαυμάζεις μια σκέψη που η εφαρμογή της στην Κίνα έφερε λογοκρισία, φυλακίσεις, δολοφονίες;

Παιδιά, εγώ δεν είπα ότι θαυμάζω τον Μάο. Είπα ότι η σκέψη του Μάο -όχι ο Μάο ως προσωπικότητα, όχι ο Μάο ως διοίκηση, όχι ο Μάο ως καθεστώς- αλλά η σκέψη του Μάο σε πολλά σημεία της αξίζει. Το πιστεύω αυτό.

Ένα παράδειγμα;

Ας πούμε, η σκέψη πίσω από την Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο είναι ότι πρέπει συνεχώς να αμφισβητούμε τις δομές και την νομενκλατούρα, ακόμα και όταν είμαστε μέσα στην «επαναστατική» διαδικασία. Αυτή είναι μια σημαντική σκέψη.

Μα αυτό είναι αστείο! Δηλαδή ο Μάο στη θεωρία ενθάρρυνε την αμφισβήτηση και στην πράξη επέβαλε τη λογοκρισία;

Είναι πολύ αντιφατικό, το ξέρω. Ο Μάο εκτιμούσε ότι αυτό που κάνει είναι ένα βήμα προς τη σοσιαλιστική κοινωνία. Και πίστευε ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Αλλά, ο σκοπός του, η πρόθεσή του ήταν καλή.

Απ’ αυτή την καλή πρόθεση πέθαναν 38 εκατομμύρια άνθρωποι! Περισσότεροι απ’ όσους σκότωσε και ο Χίτλερ!

Ε, τώρα δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τον Χίτλερ με τον Μάο! Μπορεί τα κομμουνιστικά καθεστώτα να είχαν αυτό το τεράστιο έλλειμμα ελευθερίας, αλλά τουλάχιστον είχαν στο κέντρο της σκέψης τους τον άνθρωπο.

Αυτό λίγο ενδιαφέρει τον άνθρωπο που πεθαίνει…

Όχι, δεν είναι έτσι. Και τέλος πάντων δεν είχαν ούτε κρεματόρια ούτε φούρνους με Εβραίους…

Νεκρούς πάντως είχαν περισσότερους!

Καταρχάς, αυτοί οι αριθμοί αμφισβητούνται. Μένει να αποδειχθούν ιστορικά και τότε να το ξανασυζητήσουμε.

Έτσι κι αλλιώς, η πραγματική του πρόθεση φάνηκε στην πράξη! Προτεραιότητα ήταν ο εαυτός του και όχι η κοινωνία!

Δεν μπορώ να σας πείσω να εκτιμήσετε την σκέψη του Μάο.

23 Αυγούστου: Ημέρα μνήμης των θυμάτων του Σταλινισμού και του Ναζισμού

Δίστομο

Δίστομο

Στις 23 Αυγούστου 1939 υπογράφτηκε Συμφωνία μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Ναζιστικής Γερμανίας, γνωστό ως «Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ». Με αυτό αποφασίστηκε ουσιαστικά ο διαμελισμός της Ανατολικής Ευρώπης και ο διαμοιρασμός της μεταξύ των δύο ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ακολούθησε η εκατόμβη εκατομμυρίων θυμάτων στην ήπειρό μας.

70 χρόνια αργότερα, με ψήφισμά του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θέσπισε την ημέρα αυτή ως «ημέρα μνήμης των θυμάτων του Σταλινισμού και του Ναζισμού». Είναι μια καλή ευκαιρία για περισυλλογή, για το κατά πόσον μπορεί να είναι συμβατή με την ανθρώπινη ελευθερία μια ολοκληρωτικό ιδεολογία, οποιουδήποτε χρώματος.

Και μια λεπτομέρεια που συνιστά ντροπή για τη χώρα: Το ψήφισμα με το οποίο καθιερώθηκε η ημέρα αυτή, δεν ψηφίστηκε από κανέναν Έλληνα Ευρωβουλευτή: ΚΚΕ και ΠΑΣΟΚ καταψήφισαν, ενώ η Νέα Δημοκρατία απείχε.

Περισσότερα για την ημέρα αυτή εδώ, για δε την ντροπιαστική στάση των Ελλήνων Ευρωβουλευτών εδώ.

30 χρόνια μετά…

Την 1η Ιανουαρίου 1981 η Ελλάδα γινόταν η δέκατη χώρα-μέλος της τότε ΕΟΚ. Σήμερα, τριάντα χρόνια (μια ολόκληρη γενιά!) μετά, η μέρα προσφέρεται για απολογισμό και περίσκεψη. Η περίσκεψη επιτείνεται από το γεγονός ότι σήμερα η Ευρωζώνη αποκτά το 17ο μέλος της, την Εσθονία. Μια χώρα που απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη Σοβιετική Ένωση (!) το 1991, όταν η δική μας συμπλήρωνε μια δεκαετία συμμετοχής στην ευρωπαϊκή οικογένεια… Πώς είναι λοιπόν δυνατόν, οικονομίες με σοβιετικές, μέχρι πριν δέκα χρόνια χρόνια, δομές οικονομίας, να αναπτύσσονται με εξαιρετικούς ρυθμούς, να έχουν χρέος κάτω από 10% του ΑΕΠ και να ατενίζουν με αισιοδοξία το μέλλον, ενώ εμείς βουλιάζουμε στο τέλμα της απαισιοδοξίας, με μηδενική παραγωγή και υπό το βάρος δυσθώρητου χρέους της τάξης του 150% του ΑΕΠ;

Όταν το 1981 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μας έβαλε στην ΕΟΚ ήταν μόνος του. Το «ανήκομεν εις την Δύσιν» δεν ήταν βίωμα ενός έθνους, ήταν μάλλον ευχολόγιο μιας, εν πολλοίς διορατικής, ηγεσίας που θέλησε να «μας ρίξει στα βαθιά για να μάθουμε κολύμπι». Οι λιγοστές εκσυγχρονιστικές δυνάμεις του τόπου στοιχήθηκαν πίσω από αυτό το σύνθημα, όχι διότι οι δομές της νεαρής Δημοκρατίας μας ήταν επαρκώς ευρωπαϊκές, αλλά διότι ήλπιζαν ότι η συμμετοχή μας στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια θα δημιουργούσε τις παραστάσεις και τα πρότυπα που θα ενδυνάμωναν τη δημοκρατία και θα εκμοντέρνιζαν την οικονομία. Δυστυχώς η πρώτη δεκαετία της χώρας στην ΕΟΚ σημαδεύτηκε από υπέρμετρο δανεισμό, σπατάλη πόρων, αποσάρθρωση του παραγωγικού ιστού της οικονομίας, ο οποίος σιγά σιγά μεταλλάχθηκε σε ένα μηχανισμό ροκανίσματος κοινοτικού χρήματος.

Όταν το 2002 η χώρα αντάλλασσε τις επί δεκαετίες υποτιμούμενες και πληθωριστικές δραχμές της με ένα από τα σκληρότερα νομίσματα του κόσμου, πάλι κανείς δεν έτρεφε αυταπάτες ότι η ελληνική οικονομία ήταν έτοιμη για τέτοιο άλμα νοοτροπίας. Και πάλι όμως οι λιγοστές εκσυγχρονιστικές δυνάμεις του τόπου ενώθηκαν πίσω από το στοίχημα της συμμετοχής στην Ευρωζώνη, ελπίζοντας και πάλι ότι σε ένα περιβάλλον όπου δεν μπορείς ούτε να τυπώσεις χρήμα ούτε να υποτιμήσεις το νόμισμα (αμφότερες μακρές παραδόσεις της δραχμής), αναπόφευκτα οι δομές της οικονομίας θα προσαρμόζονταν στη λογική της αύξησης της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Δυστυχώς όμως, η ένταξη στην Ευρωζώνη αντιμετωπίστηκε ως το τέρμα ενός δύσκολου δρόμου, αντί για την αρχή ενός ακόμη πιο δύσκολου. Έτσι, χωρίς καμία διαρθρωτική αλλαγή και με κυβερνήσεις λογικής «αυτόματου πιλότου», οδεύουμε στη συμπλήρωση της πρώτης δεκαετίας συμμετοχής μας στο κοινό νόμισμα υπό την ορατή απειλή χρεοκοπίας ενός κράτους που επί δεκαετίες δανειζόταν από παντού και φορολογούσε τα πάντα, προκειμένου να εξαγοράζει ψήφους πολιτών διατεθειμένων να τις ανταλλάξουν έναντι μιας θέσης στο δημόσιο…

Αν υπάρχουν ακόμη εκσυγχρονιστικές δυνάμεις σε αυτό τον τόπο, που όραμά τους έχουν μια κοινωνία και οικονομία δυτικού τύπου, οφείλουν να παραδεχτούν ότι οι προσπάθειες να επιτευχθεί αυτό με προσπάθειες άλματος προς τα εμπρός, όπως η ένταξη στην ΕΟΚ και η συμμετοχή στην Ευρωζώνη, απέτυχαν παταγωδώς. Το θεμελιώδες ερώτημα πλέον που τίθεται είναι εάν αξίζει να προσπαθεί κανείς για έναν τέτοιο στόχο, ή εάν είναι ανέφικτο ένα κράτος δικαίου και μια ελεύθερη οικονομία στην Ελλάδα, για τους ίδιους λόγους που δεν αξίζει επένδυση σε φωτοβολταϊκά στη Σιβηρία, που δεν φυτρώνει εντελβάις στη Σαχάρα ή που δεν υπάρχει ανεξιθρησκία στη Σαουδική Αραβία.

Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Υπάρχουν πολλά ιστορικά παραδείγματα επιτυχημένων θεσμών που απέτυχαν να εισαχθούν σε κράτη χωρίς σχετική παράδοση, ενώ ακόμη και το πρότυπο του έθνους-κράτους επέτυχε να εφαρμοστεί σε πολλές περιπτώσεις (λ.χ. Αφρική). Πριν ακόμη τη χρεοκοπία του Τρικούπη και τους Ολυμπιακούς του 1896, ο Εμμανουήλ Ροΐδης έγραφε: «Κόμμα εἶναι ὁμὰς ἀνθρώπων εἰδότων ν᾿ ἀναγιγνώσκωσι καὶ νὰ ὀρθογραφῶσιν, ἐχόντων χεῖρας καὶ πόδας ὑγιεῖς ἀλλὰ μισούντων πᾶσαν ἐργασίαν, οἵτινες ἐνούμενοι ὑπὸ ἕνα ἀρχηγὸν οἱονδήποτε ζητοῦσι ν᾿ ἀναβιβάσωσιν αὐτὸν διὰ παντὸς μέσου εἰς τὴν ἕδραν τοῦ πρωθυπουργοῦ ἵνα παράσχῃ αὐτοῖς τὰ μέσα νὰ ζῶσιν χωρὶς νὰ σκάπτωσιν». Εφόσον στη σημερινή Ελλάδα παραμένει πρότυπο των μαζών το να «ζεις χωρίς να σκάπτεις», εφόσον αυτό παραμένει εφικτό αν στοιχηθείς σε ένα κόμμα υπό «έναν αρχηγό οιονδήποτε» και καταφέρεις να τον ανεβάσεις στην εξουσία, δεν μπορούμε να περιμένουμε ούτε κράτος δικαίου, ούτε ελεύθερη οικονομία.

Η λύση λοιπόν είναι η αλλαγή νοοτροπίας. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να σκάπτεις. «Ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω» λεγόταν αυτό παλιά, there’s no such thing as a free lunch αργότερα… Όσο εμείς επί τριάντα χρόνια προσπαθούμε να αποδείξουμε το αντίθετο με Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, Διαρθρωτικά Ταμεία, Κοινή Αγροτική Πολιτική, Πακέτα Ντελόρ και Σαντέρ, η πραγματικότητα μας διαψεύδει. Και φαίνεται ότι εκεί στη μακρινή Εσθονία ξέρουν πολύ καλά την πραγματικότητα…

Ζήσε το μύθο σου στην Ελλάδα!

Ήταν 1204. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σπαρασσόταν από εσωτερικές έριδες σε βαθμό εμφυλίου πολέμου. Φατριάρχες έπαιρναν τις φατρίες τους και αποστατούσαν. Ενδιαφέρονταν μόνο για το συμφέρον της φατρίας τους και τρώγονταν με όλους τους άλλους. Στόχος τους η πρωτοκαθεδρία στην «ανίκητη Αυτοκρατορία». Ο γιος του εκθρονισμένου αυτοκράτορα έφτασε στο σημείο να πείσει τους Σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας να παρεκκλίνουν της πορείας τους και αντί για την Ιερουσαλήμ να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη.

Φατριάρχες, συμφεροντολόγοι, προδότες, κοντόφθαλμοι ηγετίσκοι κατόρθωσαν να πριονίσουν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονταν με κατάληξη την 12η Απριλίου 1204, όταν οι Σταυροφόροι έμπαιναν στην πλουσιότερη Πόλη του τότε γνωστού κόσμου και κατέστρεφαν και λεηλατούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Η λαϊκή συνείδηση όμως, ω του θαύματος, ποτέ δεν τους χρέωσε αυτή την καταστροφή. Ποτέ δεν καταλογίστηκαν ευθύνες στο Λέοντα Σγουρό που απέσπασε την Πελοπόννησο, στο Λέοντα Γαβαλά, που έκανε φέουδό του τη Ρόδο, στους Τραπεζούντιους που αποσπάστηκαν, στη Σμύρνη που σήκωσε δικό της μπαϊράκι. Ούτε καν στον έκπτωτο πρίγκηπα Αλέξιο, που οδήγησε τους Σταυροφόρους στην Πόλη, μήπως και έτσι επανακτήσει το θρόνο του. Και όμως, η κοινή γνώμη πείστηκε ότι υπεύθυνος της καταστροφής ήταν… ο Πάπας. Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ είχε καταδικάσει αυστηρά την εκτροπή της Σταυροφορίας από το στόχο της, αλλά αυτό ήταν μάλλον μικρή λεπτομέρεια για το λαό… Σε τέτοιο σημείο μάλιστα έγινε κοινή πεποίθηση η ευθύνη του Πάπα για τα έκτροπα του 1204, ώστε όταν 800 χρόνια αργότερα ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ επισκέφθηκε την Αθήνα, βρέθηκε ενώπιον της απαίτησης να ζητήσει συγγνώμη!

Ήρθε το 2009. Μετά από 30 χρόνια λαϊκισμού, διαφθοράς και αδιάληπτου πανηγυριού με κοινοτικά χρήματα, στο σώμα του ελλαδικού κρατιδίου ασελγούν και πάλι φατρίες. Δημόσιοι υπάλληλοι, φαρμακοποιοί, δημοσιογράφοι, συμβολαιογράφοι, ταξιτζήδες, φορτηγατζήδες, οχυρωμένοι στο κάστρο της φατρίας τους, αδιαφορούν για το κοινό καλό και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να αρμέγουν όσο μπορούν τη νέα «ανίκητη Αυτοκρατορία», το κρατικό χρήμα, δηλαδή το χρήμα όλων των υπολοίπων. Ο θάνατός σου-η ζωή μου και, το κυριότερο, με δανεικά.

Φατριάρχες, συμφεροντολόγοι, προδότες, κοντόφθαλμοι ηγετίσκοι κατόρθωσαν και πάλι να πριονίσουν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονταν με κατάληξη την 23η Απριλίου 2010, οπότε η Ελλάδα παραδέχθηκε ότι δεν γίνεται πλέον να δανείζεται από τις αγορές και αποδέχθηκε όλους τους όρους των δανειστών της (και τα συνεπακόλουθα σκληρά μέτρα). Αλλά, ω του θαύματος, και πάλι η κοινή γνώμη δεν καταλόγισε τις ευθύνες στους πραγματικούς υπαίτιους. Ποτέ δεν καταλογίστηκαν ευθύνες στη φατρία των δημοσιογράφων, της οποίας οι συντάξεις διά νόμου πληρώνονται με το αγγελιόσημο, μια υποχρεωτική εισφορά επί της διαφήμισης, που την πληρώνουμε όλοι μας. Ποτέ δεν καταλογίστηκαν ευθύνες στη φατρία της ΕΡΤ, που εισπράττει 300 εκ. ευρώ ετησίως από τα ελληνικά νοικοκυριά για να συντηρεί τους κομματικούς στρατούς των υπαλλήλων της. Ποτέ δεν σκεφτήκαμε ότι για την καταστροφή μπορεί να ευθύνεται το γρηγορόσημο που δώσαμε εμείς οι ίδιοι στην πολεοδομία, η μίζα που δώσαμε στην εφορία, το δωράκι που δώσαμε στον πολιτικό που μας διόρισε τον γιο, κοκ. Όχι, ποτέ. Η κοινή γνώμη είναι απόλυτα πεπεισμένη ότι υπαίτιοι της καταστροφής είναι η Μέρκελ, το ΔΝΤ και ο διεθνής καπιταλισμός. Η πρώτη φούσκα που έσκασε στη διεθνή οικονομία, αυτή των ακινήτων στις ΗΠΑ, ήταν βέβαια αποτέλεσμα μιας μη καπιταλιστικής πολιτικής παροχής στέγης σε όλους, μέσω δανεισμού ακόμη και προς κοινωνικά στρώματα των οποίων η μόρφωση και συνεπακόλουθα το αποτέλεσμα της εργασίας δεν επαρκούσε να εξυπηρετήσει τέτοιο ύψος πίστωσης. Αλλά αυτό ήταν μάλλον μικρή λεπτομέρεια για το λαό… Που μάλλον θα τους το κρατήσει για καμιά 800αριά χρόνια, μέχρι να ζητήσουν συγγνώμη…

Κάθε έθνος, κάθε κοινωνία, έχει δικαίωμα να δημιουργεί μύθους και να ζει μέσα σε αυτούς. Πόσο μάλλον η Ελλάδα! Πάντως, κάπου κάτω από το μύθο, αν ψάξουμε αρκετά, υπάρχει και η ιστορική αλήθεια…