Αρχείο για Σεπτεμβρίου, 2011

Λιρέτα Εξαρχείων, Εσκούδο Αμπελοκήπων

(Ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας)

Από το κίνημα των αγανακτισμένων της περασμένης άνοιξης ξεπήδησε μια (επιτρέψτε μου την κακιά λέξη: φιλελεύθερη) ιδέα. Το ιδιωτικό νόμισμα. Στις απέραντες ώρες δημόσιας διαβούλευσης στα σπασμένα και χρυσοπληρωμένα μάρμαρα της Πλατείας Συντάγματος, κάποιοι πρότειναν να εισαχθεί ένα είδος νομίσματος, με το οποίο θα συναλλάσσονταν μεταξύ τους όσοι πολίτες επιθυμούσαν, αγοράζοντας και πουλώντας υπηρεσίες μεταξύ τους. Τα πλεονεκτήματα εμφανή: καμία συναλλαγή με το Κράτος, καμία φοροδοσία, κανένας δημόσιος υπάλληλος, κανένας έλεγχος. Εξαιρετική ιδέα! Και είδεν ο λαός ότι καλόν να λείπει το κράτος, ημέρα πρώτη.
Εισήχθη λοιπόν η Λιρέτα Εξαρχείων και οι πολίτες άρχισαν να συναλλάσσονται. Όλοι πήραν μια αρχική ποσότητα «νομίσματος» και τιμολογούσαν ελεύθερα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπορεύονταν. Όλα κυλούσαν ωραία και όλο και περισσότερος κόσμος ζητούσε να συμμετάσχει στο εγχείρημα. Σε κάποιους όμως μπήκε η ιδέα: ποιος εκδίδει το νέο νόμισμα που κυκλοφορεί; Και σε τι ποσότητες; Και σε ποιους το δίνει; Και ζητήθηκε διαφάνεια στη διαδικασία αυτή και ορίστηκε κάποιος υπεύθυνος να χειρίζεται αυτά τα θέματα και να λογοδοτεί. Του έδωσαν και ένα τραπέζι για να βάζει επάνω τα χαρτονομίσματα που εκδίδει και μοιράζει στους συμμετέχοντες, και για το λόγο αυτό τον ονόμασαν «Τράπεζα». Και είδεν ο λαός ότι χρήσιμον η Τράπεζα, ημέρα δευτέρα.
Μετά τα Εξάρχεια που εισήγαγαν τη Λιρέτα, οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων υιοθέτησαν το Εσκούδο. Ο υπεύθυνος έκδοσης όμως ήταν λίγο επιρρεπής σε παρασπονδίες και εξέδιδε μαζικά εσκούδα, τα οποία μοίραζε σε φίλους και γνωστούς, πιστεύοντας ότι δεν θα τον πάρει κανείς χαμπάρι. Όντως, κανείς δεν τον πήρε χαμπάρι, αλλά πολύ σύντομα κυκλοφορούσε τόσο χρήμα, που οι συμμετέχοντες τιμολογούσαν όλο και πιο ακριβά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσέφεραν, ενώ αυτοί που είχαν στα χέρια τους το «έξτρα» χρήμα, δεν είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα να το σκορπάνε με ευκολία. Το χειρότερο όμως ήταν ότι, ενώ μια Λιρέτα Εξαρχείων ανταλλάσσονταν στα ανταλλακτήρια του Κολωνακίου 1 προς 1, πολύ σύντομα έφτασε να αντιστοιχεί σε δύο Εσκούδα, οπότε και ο πονηρός Τραπεζίτης κατάλαβε ότι έκανε μια τρύπα στο νερό. Και είδεν ο λαός ότι χρήμα βγαίνει όταν παράγεις και όχι όταν το τυπώνεις, γιατί αλλιώς προκαλείται πληθωρισμός και υποτίμηση. Ημέρα τρίτη.
Οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων είχαν την ιδέα να διοχετεύσουν το επιπλέον χρήμα σε κοινά έργα και πολιτικές. Εισήγαγαν και φόρο: όποιος συναλλασσόταν σε Εσκούδο, πλήρωνε 10% σε ένα κοινό ταμείο, από το οποίο πληρώνονταν αυτοί που τους μάζευαν, συν αυτοί που επιτηρούσαν τη δημόσια τάξη στους Αμπελόκηπους. Σύντομα συνέφερε περισσότερο να κόβεις βόλτα στην Πανόρμου και την Αλεξάνδρας και να πληρώνεσαι από το να σπας το κεφάλι σου να βρεις τι μπορεί να θέλει να αγοράσει κάποιος άλλος (και να σου παίρνουν και 10%). Αυτοί που έκοβαν βόλτα αυξάνονταν, κάποιοι που είχαν ωραίες ιδέες μετακόμισαν στα Εξάρχεια. Πλέον μια Λιρέτα Εξαρχείων αγόραζε τρία Εσκούδα Αμπελοκήπων. Και είδεν ο λαός ότι κακόν η υπερφορολόγηση, γιατί μειώνει την ανταγωνιστικότητα, προκαλεί φυγή ανθρώπινου δυναμικού, οδηγεί σε διολίσθηση. Ημέρα τετάρτη.
Ένας ταξιτζής στην πλατεία Εξαρχείων ξεκίνησε να δέχεται Λιρέτες. 2 το χιλιόμετρο. Άμεσα βρέθηκε δεύτερος που πρόσφερε κούρσα με 1,80. Εμφανίστηκε τρίτος με 1,70. Τέταρτος με 1,69 και δωρεάν μεταφορά αποσκευών. Ο πρώτος που ζητούσε δύο λιρέτες τις έκανε 1,68 και πρόσφερε και wi-fi στο όχημα. Σύντομα ένα σωρό ταξιτζήδες δέχονταν Λιρέτες με όλο και καλύτερους όρους σε όλο και καλύτερες τιμές. Οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων από την άλλη, επέτρεψαν σε 5 ταξιτζήδες να συναλλάσσονται σε Εσκούδα με τους παρακάτω όρους: να πληρώσουν 300 Εσκούδα προκαταβολικά στο κοινό ταμείο (που πλήρωνε αυτούς που έκαναν βόλτα στην Αλεξάνδρας), να βάψουν τα οχήματά τους κόκκινα και να έχουν κοινό τιμολόγιο 3 Εσκούδα το χιλιόμετρο. Βρέθηκαν 5 που υπολόγισαν ότι με 100 χιλιόμετρα ξεχρέωναν και μετά έχουν τρελό κέρδος. Σύντομα ένας σκέφτηκε ότι αντί να κυνηγάει το χιλιόμετρο, μπορεί να δώσει σε κάποιον την άδεια ζητώντας 500 Εσκούδα. Βρέθηκε ένας άνεργος και τα έδωσε, σύντομα και δεύτερος έδωσε 600, γιατί υπολόγισε και αυτός ότι με 200 χιλιόμετρα ξεχρεώνει και μετά έχει τρελό κέρδος. Οι κάτοικοι των Αμπελοκήπων σύντομα διαπίστωσαν ότι τα ταξί ήταν ακριβά και βρόμικα και οι οδηγοί τους αγενείς και πλούσιοι, καθώς το κέρδος τους δεν ήταν τόσο από την πελατεία, όσο από την αγοραπωλησία αδειών που άνθιζε. Και είδεν ο λαός ότι κακόν το κλειστό επάγγελμα: διατηρεί υψηλές τιμές και κακή ποιότητα υπηρεσιών. Ημέρα πέμπτη.
Τα πράγματα στους Αμπελόκηπους χειροτέρευαν. Πολλοί μετακόμιζαν πλέον στα Εξάρχεια. Οι τηρούντες την τάξη με τις βόλτες τους έπρεπε να πληρωθούν, αλλά πλέον οι φόροι δεν ήταν αρκετοί. Έκτακτη συνέλευση αποφάσισε να αυξηθεί ο φόρος στο 20% και να συστηματοποιηθούν οι έλεγχοι. Με διπλό συντελεστή περίμεναν διπλά έσοδα, αλλά πλέον μετακόμιζαν τόσοι πολλοί στα Εξάρχεια, που η αύξηση στα έσοδα ήταν 3%, που μόλις επαρκούσε για την πρώτη ώρα πλαστής υπερωριακής βόλτας. Πλέον οι τηρούντες την τάξη έμπαιναν στα μαγαζιά και έλεγχαν κάθε συναλλαγή σε Εσκούδο, μην τυχόν και κάποιος δεν πληρώνει φόρο. Το να συναλλάσσεσαι σε Εσκούδα ήταν πλέον ανυπόφορο. Εκτός από το ότι σου έφευγε αυτόματα 20%, είχες να αντιμετωπίσεις και τη βία του ελεγκτή, που φυσικά ήθελε να βγάλει το μισθό του. Και το χειρότερο: για να περιοριστεί η ροή προς τα Εξάρχεια, η Συνέλευση αποφάσισε να την απαγορεύσει και να πληρώνει και 10 ροπαλοφόρους να επιτηρούν την απαγόρευση. Και είδεν ο λαός ότι κακόν η υπερφορολόγηση, καθώς οδηγεί σε βία. Και εκτίμησαν την ελευθερία μετακίνησης (ανοικτή κοινωνία) και οικονομικής δραστηριότητας (ελεύθερη αγορά). Ημέρα έκτη.
Την έβδομη μέρα οι ομάδες έκδοσης νομισμάτων μαζεύτηκαν πάλι στο Σύνταγμα. Το εγχείρημα έκδοσης νομίσματος τούς είχε διδάξει πολύ γρήγορα τι καλό είναι το λίγο Κράτος, σε τι χρησιμεύει μια τράπεζα, πόσο κακός είναι ο πληθωρισμός, η υποτίμηση, η υπερφορολόγηση, τα κλειστά επαγγέλματα, η κρατική βία.
Εξακολουθούσαν να είναι αγανακτισμένοι, αλλά πλέον για άλλους λόγους…