Αρχείο για Σεπτεμβρίου, 2009

Η προεξόφληση του μέλλοντος ως συνταγή καταστροφής: Μέρος Β – ασφαλιστικό σύστημα

Το ασφαλιστικό σύστημα μιας χώρας εξασφαλίζει ότι αυτοί που πλέον δεν εργάζονται, θα συνεχίσουν να πληρώνονται, προκειμένου να μπορούν να ζουν. Τα χρήματα αυτά προέρχονται είτε από αποταμίευση των ιδίων, οπότε το σύστημα λέγεται κεφαλαιοποιητικό, είτε από χρήματα που πληρώνουν οι τώρα εργαζόμενοι, οπότε ονομάζεται αναδιανεμητικό.

Προφανώς δεν υπάρχει ιδανικό σύστημα για όλους. Πολλές χώρες επιλέγουν το ένα ή το άλλο, ανάλογα με τις ανάγκες τους, ή συνδυάζουν στοιχεία και των δύο. Προφανώς μια χώρα με πολλούς εργαζόμενους και λίγους συνταξιούχους, ή με μικρό προσδόκιμο ζωής, μπορεί άνετα να συντηρήσει ένα αναδιανεμητικό σύστημα, καθώς τα χρήματα που εισέρχονται στο σύστημα είναι περισσότερα από αυτά που καταβάλλονται. Από την άλλη, κοινωνίες με μεγάλο προσδόκιμο ζωής, ή με κακή αναλογία εργαζομένων-συνταξιούχων (για δημογραφικούς ή άλλους λόγους) επιλέγουν το κεφαλαιοποιητικό, διότι αλλιώς «δε βγαίνουν τα κουκιά». Φυσικά, για να παρθεί η μια ή η άλλη απόφαση, θα πρέπει κανείς αφενός να μετράει, να έχει δηλαδή ακριβή στοιχεία και τάσεις για πολλά δεδομένα, αφετέρου να είναι διατεθειμένος να πάρει αποφάσεις.

Η Ελλάδα αντιθέτως, όπως σε πολλούς άλλους τομείς, απλά… δεν επιλέγει τίποτα! Διότι ούτε ακριβή στοιχεία και τάσεις έχει, ούτε υπάρχει κανείς στο σημερινό πολιτικό σύστημα που να ενδιαφέρεται να πάρει αποφάσεις, καθώς ενδεχομένως αυτές να έχουν «πολιτικό κόστος». Έτσι, η Ελλάδα συνεχίζει να έχει ένα δαιδαλώδες ασφαλιστικό σύστημα, το οποίο δημιουργήθηκε σε άλλες εποχές και μπορούσε να λειτουργήσει μόνο τότε. Δεκάδες ασφαλιστικά ταμεία με τεράστια λειτουργικά έξοδα αναλαμβάνουν να αναδιανείμουν τις ασφαλιστικές εισφορές των όλο και λιγότερων εργαζομένων σε όλο και περισσότερους συνταξιούχους. Το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης όμως όχι. Η ηλικιακή πυραμίδα γυρίζει επικίνδυνα τη σχέση εργαζομένων-συνταξιούχων εις βάρος των πρώτων, αλλά κανείς δε λαμβάνει μέτρα. Αυτό συμβαίνει διότι το πολιτικό προσωπικό ενδιαφέρεται περισσότερο να εξασφαλίσει την επανεκλογή του από το να επιλύσει προβλήματα. Έτσι, αυτοί που καλούνται να πάρουν αποφάσεις, απλά πετούν την καυτή πατάτα στους επόμενους.

Πότε θα εκραγεί η βόμβα του ασφαλιστικού; Όταν οι εισφορές ενός εργαζόμενου θα αντιστοιχούν στη σύνταξη δύο συνταξιούχων; Όταν οι ασφαλιστικές εισφορές ξεπεράσουν το σύνολο των καθαρών αποδοχών; Κανείς δεν ξέρει! Το σίγουρο είναι ότι θα σκάσει στα χέρια της δικής μας γενιάς. Οι γονείς μας, η γενιά του Πολυτεχνείου, φρόντισε και μέσω του ασφαλιστικού να προεξοφλήσει το μέλλον. Βάσισε την ανάπτυξή της στα δανεικά, που θα πληρώσουμε εμείς, και εξασφάλισε ότι θα πάρει σύνταξη από τις ασφαλιστικές εισφορές που θα πληρώνουμε εμείς.

Όσο όμως κανείς δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα, τόσο αυξάνουν οι πιθανότητες να είμαστε η πρώτη γενιά που θα πρέπει να πληρώσει τις συντάξεις της προηγούμενης, αλλά και να αποταμιεύσει για να εξασφαλίσει τις δικές της… Αποφάσεις κανείς;

var gaJsHost = ((«https:» == document.location.protocol) ? «https://ssl.» : «http://www.»);
document.write(unescape(«%3Cscript src='» + gaJsHost + «google-analytics.com/ga.js’ type=’text/javascript’%3E%3C/script%3E»));

Advertisements

Η προεξόφληση του μέλλοντος ως συνταγή καταστροφής: Μέρος Α – κρατικός δανεισμός

Ακόμη και ο πρωτοετής φοιτητής οικονομικών γνωρίζει ότι μια κερδοφόρα επιχείρηση επιβάλλεται να δανείζεται, για το λόγο ότι, εάν μπορεί για παράδειγμα με δικό της κεφάλαιο 100 να βγάζει καθαρό κέρδος 30, δανειζόμενη άλλα 100 και πληρώνοντας τόκους 5, θα κατορθώσει να βγάλει συνολικό κέρδος 55 (30+30-5).

Ακόμη και ο πρωτοετής φοιτητής οικονομικών θα σας έλεγε όμως ότι κατά κανόνα αυτό δεν ισχύει για τον κρατικό δανεισμό. Σπανίως το κράτος δανείζεται για να επενδύσει σε κάτι (εκτός από δημόσιες επενδύσεις), το οποίο θα αποφέρει πρόσοδο αρκετή να αποπληρώσει το δάνειο. Συνήθως το κράτος δανείζεται για να μην επηρεάζονται οι ανελαστικές δαπάνες λειτουργίας του (υγεία, παιδεία, μισθοί, συντάξεις, κλπ) από τυχόν αυξομειώσεις των εσόδων του, που ακολουθούν την κυκλικότητα της οικονομίας. Και αυτοί που δανείζουν ένα κράτος έχουν ως εξασφάλιση το ότι «μέτοχοι» του κράτους είναι όλοι οι φορολογούμενοι, οι οποίοι κάποια στιγμή θα αποπληρώσουν τα δάνεια αυτά με τους φόρους τους.

Το ελληνικό δημόσιο πάει ένα βήμα παραπέρα: ο κομματοκρατικός του χαρακτήρας θεωρεί πλήθος δαπανών ως ανελαστικές, ενώ η έλλειψη σοβαρής διαχείρισης δίνει την αίσθηση ότι είναι δυνατόν το δημόσιο να δανείζεται ανεξέλεγκτα, χωρίς καμία μέριμνα για το ποιος και από πού θα πληρώσει τα χρέη αυτά. Με τη λογική αυτή, ο υπερδανεισμός της δεκαετίας του 1980 που εκτόξευσε το χρέος από 50% στο 100% του ΑΕΠ, χρησιμοποιήθηκε για καθαρά «κοινωνικές» δαπάνες, και όχι για υποδομές ή παραγωγικές επενδύσεις. Η πολιτική της δεκαετίας του 1990 κατόρθωσε να διατηρήσει εν πολλοίς σταθερή τη σχέση χρέους-ΑΕΠ, κυρίως λόγου του «εθνικού στόχου» ένταξης στην ΟΝΕ. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 φάνηκε ότι δεν υπήρχε πολιτική αποπληρωμής του χρέους, πράγμα που θα εξυγίαινε τα δημόσια οικονομικά. Η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων οδήγησε σε νέα χρέη, ενώ η «επανίδρυση του κράτους» δεν έγινε ποτέ. Καμία δαπάνη δεν κρίθηκε σε μηδενική βάση. Καμία συγχώνευση υπουργείου ή ασφαλιστικού οργανισμού δεν οδήγησε σε οικονομίες κλίμακας, καθώς οι δομές των συγχωνευομένων παρέμειναν ως είχαν.

Αποτέλεσμα αυτού είναι αυτό που ζούμε σήμερα: Μια διεθνής κρίση τάραξε τις εύθραυστες ισορροπίες, επηρέασε αρνητικά τα κρατικά έσοδα και εκτροχίασε εντελώς τη δημοσιονομική πολιτική, καθώς όλες οι δαπάνες παραμένουν ανελαστικές. Θα έπρεπε να ήταν αναμενόμενο. Ο δανεισμός είναι μια μορφή προεξόφλησης του μέλλοντος, αλλά το μέλλον δεν είναι πάντοτε προβλέψιμο.

Οι αριθμοί είναι αδυσώπητοι: τα σημερινά τοκοχρεωλύσια δεν είναι διαχειρίσιμα χωρίς νέο δανεισμό. Και αυτό συμβαίνει με τα σημερινά, σχεδόν μηδενικά επιτόκια. Με την πρώτη ανάπτυξη στην Ευρωζώνη και την επαναφορά των επιτοκίων σε φυσιολογικά επίπεδα, η στάση πληρωμών είναι μονόδρομος. Η μόνη λύση είναι μια πολιτική-σοκ αποπληρωμής του χρέους, που θα ακολουθηθεί από μακροχρόνια συνεπή πολιτική προσαρμογής με αληθινό περιορισμό της σπατάλης του δημοσίου.

Το εναλλακτικό σενάριο προβλέπει συνεχή αύξηση φορολογίας επί πολλά χρόνια, προκειμένου να πληρώνουμε τοκοχρεωλύσια. Νομίζω ότι δεν είναι αυτό το μέλλον που θέλουμε να προεξοφλήσουμε…

try {
var pageTracker = _gat._getTracker(«UA-7877169-1»);
pageTracker._trackPageview();
} catch(err) {}

Συμπτώματα σχιζοφρένειας

Αν ρωτήσουμε σήμερα τους Έλληνες το πόσο ευχαριστημένοι είναι από τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τα δημόσια πράγματα οι πολιτικοί, πιστεύω ότι τουλάχιστον δύο στους τρεις θα εκφράσουν στην καλύτερη περίπτωση απογοήτευση και αηδία και στη χειρότερη οργή και αγανάκτηση.

Αν πάλι ρωτήσουμε τους Έλληνες αν θέλουν ο ΟΤΕ, η ΔΕΗ, η Ολυμπιακή, η Εθνική Τράπεζα, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ο ΟΛΠ, η ΕΥΔΑΠ, να είναι ιδιωτικές εταιρίες ή να ανήκουν στο Δημόσιο, πάλι θα βρούμε πάνω από δύο στους τρεις να επιχειρηματολογήσουν υπέρ των «τομέων στρατηγικής σημασίας» και της ανάγκης το Δημόσιο να έχει τον τελευταίο λόγο, μετοχικώς και διοικητικώς, σε πλήθος εταιριών.

Κατ’ εμέ ο συνδυασμός των δύο παραπάνω χρήζει ψυχιατρικής μελέτης, καθώς διαφαίνονται συμπτώματα οξείας σχιζοφρένειας: Ο μέσος Έλληνας θεωρεί σάπιο όλο το πολιτικό σύστημα, θεωρεί ότι οι πολιτικοί «τα πιάνουν», ότι είναι ανίκανοι, αργυρώνητοι και μύρια όσα, αλλά συγχρόνως θεωρεί αδήριτη ανάγκη αυτοί ακριβώς οι άνθρωποι να ελέγχουν τις επιχειρήσεις τηλεφώνου, ρεύματος, ύδατος, διακίνησης χρήματος, αερομεταφορές, τα πάντα!

Στο «συλλογισμό» του αυτό δεν πτοείται ούτε από το πλήθος συμπτωμάτων διαφθοράς και κακοδιαχείρισης που αναφύονται καθημερινά. Μιλάμε για το σκάνδαλο της Siemens, για παράδειγμα, εντελώς φυσιολογικά πλέον, λες και δεν υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλημα που μαύρο χρήμα 100 εκατομμυρίων ευρώ πέρασε στο πολιτικό μας σύστημα, προκειμένου να προμηθευτεί ο ΟΤΕ υλικό, προφανώς υπερτιμολογημένο, από την εν λόγω εταιρία. Λες και δεν καταλαβαίνουμε ότι ο ΟΤΕ το χρήμα αυτό στην ουσία το πλήρωσε με δικά μας χρήματα. Με αυτά που πληρώναμε πανάκριβα τις κακές του υπηρεσίες, όσο ήταν μονοπώλιο. Παρά ταύτα, θεωρούμε κάτι σαν εθνική προδοσία την εκχώρηση του ΟΤΕ στη Deutsche Telekom ή σε οποιονδήποτε ιδιώτη, επιμένοντας να παραμείνει το management του για «εθνικούς λόγους» στο Δημόσιο, σε αυτούς δηλαδή ακριβώς που επί δεκαετίες τον καταλήστευαν!

Εκτός αυτού, σήμερα κάποιες αγορές έχουν ανοίξει και υπάρχει και η δυνατότητα σύγκρισης. Για παράδειγμα, ποτέ δεν άκουσα να προκύπτει σκάνδαλο για τις προμήθειες τηλεπικοινωνιακού υλικού της Forthnet ή της Tellas. Για τον ΟΤΕ προέκυψε αποδεδειγμένα, όταν βρισκόταν υπό δημόσιο έλεγχο. Όπως άλλωστε και η υπό κρατικό έλεγχο Ολυμπιακή ζημίωνε μέχρι πρότινος το Δημόσιο με 1 εκατομμύριο ευρώ ημερησίως, ενώ ο ιδιώτης ανταγωνιστής της, με παρόμοιο πτητικό έργο, παρουσίαζε κέρδη, προμηθευόταν ολοκαίνουρια αεροσκάφη και αποκτούσε μέσω Χρηματιστηρίου χιλιάδες ιδιώτες επενδυτές.

Προφανώς οι περισσότεροι Έλληνες δε βλέπουν αυτά που περιγράφονται παραπάνω. Ενδεχομένως η σχιζοφρένεια που προανέφερα να προκαλεί και συμπτώματα τύφλωσης. Κατ’ εμέ, μόνον τυφλοί θα έκαναν αυτές τις επιλογές πίσω από το παραβάν των εκλογών. Και ως γνωστόν, «στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος». Με τα γνωστά αποτελέσματα…

try {
var pageTracker = _gat._getTracker(«UA-7877169-1»);
pageTracker._trackPageview();
} catch(err) {}

«Αντισυνταγματικότητα» πολιτικών πράξεων

Ο πρωθυπουργός εξήγγειλε εκλογές, επιρρίπτοντας την ευθύνη τους στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τον κατηγόρησε ότι εκβίασε τις εκλογές, καθώς ουσιαστικά συμφωνεί στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα που του δίνει το Σύνταγμα να μη συμφωνήσει, για να προκηρυχθούν εκλογές. Τον κατηγορεί δηλαδή για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Από την άλλη πλευρά ο ίδιος ο πρωθυπουργός αποκρύπτει το γεγονός ότι το Σύνταγμα δεν του δίνει το δικαίωμα να κάνει εκλογές όποτε θέλει. Εκλογές μπορούν να προκηρυχθούν, κατά το Σύνταγμα, εάν παραιτηθεί η Κυβέρνηση, ή με επίκληση «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας». Για να μην παραιτηθεί η Κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός επικαλέστηκε το «εθνικό θέμα» της αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, ενώ το 2007 επικαλέστηκε το «εθνικό θέμα» της κατάρτισης προϋπολογισμού. Και αυτό παρά τη σαφή συνταγματική διάταξη ότι «αποκλείεται η διάλυση της νέας Βουλής για το ίδιο θέμα». Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος;

Πέρα από αυτά, το Σύνταγμα προβλέπει ότι «φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε». Αυτό δεν εμπόδισε την απερχόμενη Κυβέρνηση να επιβάλει το 2009 «έκτακτη εισφορά» για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν το… 2007.

Σύνταγμα είναι ο Καταστατικός Χάρτης μια συντεταγμένης κοινωνίας. Δυστυχώς η Ελλάδα δεν είναι συντεταγμένη κοινωνία. Είναι φέουδο ενός δικομματικού συστήματος, το οποίο σε κάθε ευκαιρία καταπατά τα δικαιώματα των πολιτών. Ενός δικομματικού συστήματος, το οποίο εδράζεται στην ψήφο ανεύθυνων πολιτών και λειτουργεί στην ουσία εις βάρος όλων των πολιτών.

Ας μην κατηγορούν λοιπόν αλλήλους τα δύο κόμματα για αντισυνταγματικότητα πολιτικών πράξεων. Και οι δύο έχουν ευθύνη για το ότι το Σύνταγμα γίνεται καθημερινά κουρελόχαρτο. Το θέμα είναι να το καταλάβουν και οι πολίτες και να αντιδράσουν…

try {
var pageTracker = _gat._getTracker(«UA-7877169-1»);
pageTracker._trackPageview();
} catch(err) {}